Η κριτική εννόηση της κοινωνικής αδικίας στον μετα-φαινομενολογικό στοχασμό της  Iris Marion Young :


Αναζητώντας μια εναλλακτική “από τα κάτω” θεώρηση της κοινωνικής δικαιοσύνης επέκεινα του διανεμητικού παραδείγματος

Της Αριάδνης Πολυχρονίου
Δρ. Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Περίληψη 
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να ιχνηλατήσει μια εναλλακτική επιστημολογική αφετηρία δικαιοπολιτικής κατανόησης της κοινωνικής δικαιοσύνης στην κριτική κοινωνική θεωρία της Iris Marion Young.  Αφού παρουσιαστεί η γιανγκιανή προσέγγιση της κοινωνικο-δομικής αδικίας και των επιμέρους εκφάνσεών της  και αναδειχθούν  οι κύριοι άξονες δόμησης της κριτικής της Αμερικανίδας φιλοσόφου απέναντι στις κρατούσες θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης, το άρθρο εστιάζει στην κομβική γιανγκιανή εννοιολόγηση της κοινωνικής ομάδας ως καταστατικού αποδέκτη πολλαπλών και τεμνόμενων κοινωνικο-δομικών αδικιών. Σε αυτή τη βάση,  εξετάζει την πεντάπτυχη παραμετροποίηση του φαινομένου της διαρθρωτικής κοινωνικής καταπίεσης ως δέσμη επιστημολογικών κριτηρίων ανίχνευσης των βαλλόμενων κοινωνικών ομάδων και αναγνώρισης της διαθεματικής υφής των ενδημικών κοινωνικών αδικιών. Για την πληρότητα της ανάλυσης, συστηματοποιείται εν συνεχεία  η κριτική που ασκεί η Nancy Fraser στην γιανγκιανή κοινωνική θεωρία με αντικείμενο την άκριτη ομογενοποίηση των οικονομικών αξιώσεων αναδιανομής με τα πολιτισμικά αιτήματα αναγνώρισης και την προτυποποίηση των δεύτερων ως πρωτεύοντος αναλυτικού παραδείγματος πρόσληψης της δομικής αδικίας. Τέλος, το άρθρο αποπειράται  να ανιχνεύσει στο μεταγενέστερο έργο της Young γόνιμες θεωρητικές δυνατότητες υπερκέρασης των κριτικών επισημάνσεων της Fraser μέσα από την εισαγωγή της θεμελιακής διάκρισης των κοινωνικών ομάδων σε πολιτισμικές και δομικές.

Στο εμβληματικό έργο της Justice and the Politics of Difference (1990)[1], η Αμερικανίδα φιλόσοφος Iris Marion Young υποστηρίζει ότι η κοινωνικό-δομική αδικία εκδηλώνεται στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες μέσα από δύο θεμελιακές εκφάνσεις, την καταπίεση (oppression) και την επικυριαρχία (domination). Αυτές οι δύο όψεις της κοινωνικής αδικίας διαποτίζουν εκτεταμένες πτυχές της κοινωνικής οργάνωσης, επιδρώντας δραστικά στη θεσμική διάρθρωση των κρατικών μηχανισμών, στην πολιτισμική παραγωγή νοήματος και στη διαμόρφωση των πολύπλοκων ψυχοσυναισθηματικών σχεσιακοτήτων και κοινωνικοπολιτικών διαδράσεων των επιμέρους υποκειμένων. Υπογραμμίζοντας το διάχυτο, αποκεντρωμένο και πολυεπίπεδο χαρακτήρα των δύο εκφάνσεων της κοινωνικο-δομικής αδικίας, η Young συνακόλουθα ισχυρίζεται ότι τόσο οι θεωρητικές φιλοσοφικές αποτυπώσεις όσο και οι έμπρακτες πολιτικές πρακτικές αντιμετώπισης του εξεταζόμενου κοινωνικού φαινομένου, οφείλουν να μετατοπιστούν επέκεινα της προβληματικής της διανεμητικής δικαιοσύνης.    


Η γιανγκιανή αναμέτρηση με τις κυρίαρχες θεωρήσεις της διανεμητικής δικαιοσύνης: Προς μια πρώτη εννοιολογική διάκριση μεταξύ αξιώσεων αναγνώρισης και αιτημάτων αναδιανομής

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Young επιχειρεί να αναπροσανατολίσει τον κυρίαρχο πολιτικό στοχασμό από την προβληματική της αναδιανομής στο ερώτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης[2]. Υπ’ αυτήν τη στόχευση προσεγγίζει κριτικά τις κρατούσες θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης, ανάγοντας την αορατοποίηση της λειτουργίας των κοινωνικο-δομικών διαδικασιών σε θεμελιακό άξονα δόμησης της ανασκευαστικής της απόπειρας. Στο ίδιο πλαίσιο, αναδεικνύει τους μεθοδολογικούς περιορισμούς και τις επιστημολογικές στρεβλώσεις της αφαιρετικής και ανιστορικής μορφοπλασίας της ιδανικής θεωρίας (ideal theory)[3], θέτοντας, σύμφωνα με την Seyla Benhabib, τις πρωταρχικές βάσεις για την κρίσιμη εννοιολογική διάκριση μεταξύ αξιώσεων “αναγνώρισης”  και αιτημάτων “ανα/διανομής”[4].

Σε κάθε περίπτωση, η Young αναγνωρίζει την πρωταρχική σημασία που διαδραματίζουν οι διανεμητικές θεωρίες δικαιοσύνης στους κόλπους των σύγχρονων Δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών. Για αυτό τον λόγο και απορρίπτει μια θεωρητική προοπτική ολιστικής υποκατάστασης του διανεμητικού παραδείγματος από μία παντελώς καινοφανή θεωρία κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην πραγματικότητα, η Young επιθυμεί να καταδείξει την επιτακτική αναγκαιότητα διεύρυνσης του πεδίου της κοινωνικής δικαιοσύνης πέραν των ερωτημάτων της αναδιανομής στο σύνολο των πτυχών της κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής πρακτικής, εντός των οποίων συγκροτούνται και αναπαράγονται συστημικά φαινόμενα κυριαρχίας και καταπίεσης.

Σύμφωνα λοιπόν με τον πρώτο άξονα της κριτικής της, η επικέντρωση της θεωρίας της κοινωνικής δικαιοσύνης στη διανομή του πλούτου, του εισοδήματος, των υλικών πόρων και των προνομιακών οικονομικών θέσεων συντελεί στη συστηματική παραγνώριση αποκρυσταλλωμένων δομικών αδικιών. Πιο συγκεκριμένα, η κρατούσα εστίαση στην ερωτητική της υλικής διανομής αδυνατεί να αξιολογήσει προσηκόντως τα σύνθετα ιστορικο-
πολιτισμικά θεσμικά πλαίσια, μέσα στα οποία λαμβάνει χώρα η διανομή και στα οποία ανάγεται εν πολλοίς η πρωταρχική ανισομέρεια της κατανομής των υλικών αγαθών. Η Young ειδικότερα υποστηρίζει ότι οι διανεμητικές θεωρίες δικαιοσύνης αποκρύπτουν και ορθολογικοποιούν το σύνολο των ιστορικοκοινωνικά μεταβλητών θεσμικών πλαισίων (institutional contexts) που παράγουν κοινωνικές ανισότητες. Ως τέτοια πλαίσια ορίζει τις κοινωνικές δομές, τις ιστορικές παραδόσεις, τις εξουσιαστικές ιεραρχίες, τις πολιτισμικές πρακτικές, τις γλωσσικές αποτυπώσεις, τους λογοθετικούς σχηματισμούς και τις συμβολικές αναπαραστάσεις που σωρευτικώς διαπλάθουν τους όρους της κοινωνικής αλληλόδρασης εντός του πεδίου της πολιτειακής οργάνωσης, της οικογενειακής δομής, της διαπροσωπικής ηθικής και των εργασιακών σχέσεων.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, η Young εισφέρει το παράδειγμα τριών κομβικών μη – διανεμητικών εκφάνσεων της κοινωνικής οργάνωσης. Σύμφωνα με την Αμερικανίδα θεωρητικό, στα προτεινόμενα κοινωνικά πεδία εξέτασης παράγονται και διαιωνίζονται συστημικές ανισότητες, οι οποίες δεν δύνανται να αναγνωριστούν υπό το διανεμητικό παράδειγμα ως όψεις της κοινωνικής αδικίας. Η πρώτη μη-διανεμητική έκφανση δομικής αδικίας εντοπίζεται στην ολιγαρχική διάρθρωση των εταιρικών διαδικασιών λήψης μειζόνων δημοσιονομικών και οικονομικών αποφάσεων (decision-making structure). Η δεύτερη αποτυπώνεται στην άνιση έμφυλη κατανομή του καταμερισμού εργασίας, η οποία και αναπαράγει προκατασκευασμένους έμφυλους ρόλους ταυτοποιώντας μια σειρά επαγγελμάτων ως “ανδρικά” και “γυναικεία” αντίστοιχα, με τα δεύτερα να συνδέονται πρωταρχικά με τη φροντίδα, την περίθαλψη και την μητρότητα (non-distributive division of labor). Τέλος, η τρίτη ανιχνεύεται στην ηγεμονική μονοπώληση της κρατούσας πολιτισμικής αναπαράστασης και της λογοθετικής, συμβολικής και φαντασιακής αναπαραγωγής κοινωνικών νοημάτων και ταυτοτικών συγκροτήσεων (cultural imperialism).

Ο δεύτερος άξονας κριτικής της Young προσανατολίζεται στην κατάδειξη της αλυσιτελούς εφαρμογής των διανεμητικών αρχών δικαιοσύνης σε μη υλικά αγαθά, όπως στα θεμελιώδη δικαιώματα, τις επαγγελματικές ευκαιρίες, τις μελλοντικές προοπτικές, τον αυτο-σεβασμό, την κοινωνική επιρροή και την πολιτική εξουσία. Η Αμερικανίδα θεωρητικός υποστηρίζει ότι η επέκταση των διανεμητικών αρχών σε άυλες αξίες, ανθιστάμενες στον ποσοτικό προσδιορισμό και στην επακριβή μέτρηση, ερείδεται σε δύο θεμελιακές στρεβλώσεις. Η προβληματική αυτή εφαρμογή σε πρώτο επίπεδο απηχεί μια παραμορφωτική ατομικιστική “ατελή κοινωνική οντολογία”, η οποία και αντιλαμβάνεται τα κοινωνικά υποκείμενα ως αυτόνομους, ασχεσιακούς και απομονωμένους δρώντες, οι οποίοι συγκροτούνται ως κοινωνικά υποκείμενα προγενέστερα και ανεξάρτητα από θεσμικές διαδικασίες και σχεσιακές διατάξεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντιμετωπίζοντας τα κοινωνικά υποκείμενα ως “κουκίδες μέσα στο κοινωνικό πεδίο”, η εφαρμογή διανεμητικών αρχών σε μη διανεμητικές όψεις της κοινωνικής οργάνωσης παρορά κρίσιμες κοινωνικές διεργασίες, οι οποίες συντελούν στην υποκειμενική συγκρότηση των εκάστοτε ιστορικοκοινωνικά πλαισιοθετημένων κοινωνικών δρώντων και οι οποίες σμιλεύουν καθοριστικά τις ταυτότητες, τις ιδιότητες και τις επιλογές τους. Σε δεύτερο επίπεδο, η πρακτική αυτή ανασυστήνει άυλες εννοιολογήσεις, όπως τα δικαιώματα, την εξουσία, την κοινωνική πρόοδο και τις ευκαιρίες ως στατικά, αμετάβλητα και ακοινωνικά “διανεμητικά πακέτα”, επομένως ως συγκρίσιμα ιδιοκτησιακά αποκτήματα που κανείς δύναται να κατέχει δίχως να δρα επ’ αυτών. Παραγνωρίζεται, έτσι, η ακραιφνώς σχεσιακή, διασυνδετική και επιτελεστική υφοπλασία των μη διανεμήσιμων αγαθών και αορατοποιείται η κοινωνική-πολιτισμική βάση των ασύμμετρων περιορισμών και των άνισων παρεμποδίσεων της ενάσκησης και απόλαυσής τους.

Η Young υπογραμμίζει την επιστημολογική αναγκαιότητα διεύρυνσης του πεδίου της κοινωνικής δικαιοσύνης επέκεινα της προβληματικής της αναδιανομής. Η Αμερικανίδα θεωρητικός αναδεικνύει συμπληρωματικά τη λειτουργία των θεσμικών κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που καθορίζουν τόσο την ανάπτυξη των ατομικών ικανοτήτων του εκάστοτε υποκειμένου όσο και τη συλλογική οργάνωση των διυποκειμενικών κοινωνικών σχέσεων εντός μιας δεδομένης ιστορικοκοινωνικής δομής. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Young καταλήγει σε έναν ορισμό της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσω της κριτικής ανάλυσης των δύο αποφασιστικών πτυχών της δομικής αδικίας[5]: “Social justice means the elimination of institutionalized domination and oppression.”[6]

Η εννοιολογική επανοριοθέτηση της δομικής καταπίεσης και της κοινωνικής ομάδας στην κριτική κοινωνική θεωρία της Young

Η Young ανάγει την έννοια της καταπίεσης σε μείζονα αναλυτική κατηγορία θεωρητικοποίησης της κοινωνικής αδικίας. Υπό την επίδραση των χειραφετητικών λόγων των “νέων κοινωνικών κινημάτων” του φεμινισμού, της οικολογίας, του πασιφισμού, της διαπολιτισμικής αλληλεγγύης και του αντιρατσισμού της δεκαετίας του ʼ70, η Αμερικανίδα στοχάστρια προκρίνει τη ριζική ανασυγκρότηση του όρου μέσω της κατάδειξης της συστημικής παραγωγής και πολυσυμμετοχικής διαιώνισης του εξεταζόμενου φαινομένου. Ειδικότερα η Young μετατοπίζει το εννοιακό περιεχόμενο της κοινωνικής καταπίεσης από την αποτύπωση της ανελεύθερης διακυβέρνησης ενός αντιδημοκρατικού τυραννικού καθεστώτος στην κοινωνικο-δομική αποκρυστάλλωση των συστημικών περιορισμών που επιβάλλονται, δίχως να αποτελούν επιταγές ενός απολυταρχικού ηγέτη ή μιας κυριαρχικής πολιτικής κάστας, σε συγκεκριμένες κατηγορίες κοινωνικών υποκειμένων ενδοπλαισιακά της φιλελεύθερης δημοκρατικής συνθήκης. Για την Young, ο συστημικός χαρακτήρας του κοινωνικού φαινομένου της καταπίεσης εντοπίζεται, επομένως, στην ιστορική παγίωση και ασυναίσθητη καθημερινή αναπαραγωγή κοινωνικών πρακτικών, πολιτισμικών νορμών και συμβολικών αναπαραστάσεων, θεσμοποιημένων διαδικασιών, γραφειοκρατικών ιεραρχιών και μηχανισμών της αγοράς από αμέτρητους κοινωνικούς δρώντες.

 Υπό αυτό το πρίσμα, η αναγνώριση της δομικής σύστασης της καταπίεσης αποκαλύπτει, σε ένα πρώτο επίπεδο, την καταστατική αδυνατότητα υπερκέρασης των πολυπλόκαμων πτυχών του φαινομένου μέσα από την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας ή την εφαρμογή νέων νομοθεσιών[7]. Σε δεύτερο επίπεδο δε φανερώνει τη διάχυτη, συχνά ακούσια ή και ασυνείδητη, διαιώνισή του από κοινωνικά υποκείμενα που μπορούν να κατηγοριοποιηθούν περισσότερο ως προνομιούχοι-επωφελούμενοι της συστημικής κοινωνικής ανισότητας, παρά ως εμπρόθετοι και ενεργοί καταπιεστές έτερων κοινωνικών ομάδων. Μέσα από τις ανωτέρω θεωρητικές επισημάνσεις, η Αμερικανίδα θεωρητικός καταλήγει στον κάτωθι ορισμό της κοινωνικής καταπίεσης:

“Oppression consists in systematic institutional processes which prevent some people from learning and using satisfying and expansive skills in socially recognized settings, or institutional processes which inhibit people’s ability to play and communicate with others or to express their feelings and perspectives on social life in contexts where others can listen.”[8]

Δυνάμει της ανωτέρω περιγραφής, η κοινωνική καταπίεση αναπαράγεται μέσα από τον αλληλεπιδραστικό συσχετισμό και τη συγκριτική εμπέδωση των διαφορών μεταξύ διακριτών κοινωνικών ομάδων (social groups), οι οποίες προηγούνται οντολογικά των κοινωνικών υποκειμένων που τις απαρτίζουν. Σύμφωνα με την Young, οι εκάστοτε εμπρόθετοι κοινωνικοί δρώντες βιώνουν προσωποποιημένα τις επαχθείς και πολυάριθμες πτυχές της ενδημικής κοινωνικής αδικίας, όχι εξαιτίας των εσφαλμένων ατομικών τους επιλογών ή των φυσικών τους προδιαθέσεων, αλλά ακριβώς λόγω της κοινωνικής τους ταξινόμησης σε συγκεκριμένες μειονοτικές, επισφαλείς και καταπιεζόμενες κοινωνικές ομάδες. Ανάγοντας τη σχεσιακότητα και τον αυτο-κατανοητικό (self-understanding) χαρακτήρα σε μείζονα εννοιολογικά γνωρίσματα των κοινωνικών ομάδων, η Αμερικανίδα θεωρητικός καταλήγει στον κάτωθι, εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ορισμό:

“A social group is a collective of persons differentiated from at least one other groups by cultural forms, practices or way of life. Members of a group have a specific affinity with one another because of their similar experience, or way of life, which prompts them to associate with one another more than with those not identified with the group, or in a different way. Groups are an expression of social relations; a group exists only in relation to at least one other group. Group identification arises, that is, in the encounter and interaction between social collectives that experience some differences in their way of life and forms of association, even if they also regard themselves as belonging to the same society.”[9]

Από το σύνολο των περιγραφόμενων χαρακτηριστικών της κοινωνικής ομάδας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενοποιητική λειτουργία της εγγύτητας (affinity). Όπως συνάγεται εκ του ανωτέρου ορισμού, η εγγύτητα νοείται με όρους βιωμένης εσωτερικής διασύνδεσης των μελών της διαμορφούμενης κοινωνικής συλλογικότητας. Η ενδοομαδική εγγύτητα συνιστά παράλληλα θεμελιακό κριτήριο ενσυνείδητης διαφοροποίησης μιας συγκεκριμένης κοινωνικής συσπείρωσης εν σχέσει με έτερες κοινωνικές ομάδες. Η ανάδυση της κοινωνικής ομάδας διέρχεται, επομένως, μέσα από δυναμικές και μεταβλητές κοινωνικές διεργασίες ακατάπαυστων διαδράσεων και διαφοροποιήσεων μεταξύ πολλαπλών ετερογενών συνομαδώσεων. Σύμφωνα με την Young, κάθε κοινωνικός δρώντας αποκτά, ενδοπλαισιακά μιας ιστορικά και πολιτισμικά συγκεκριμενοποιημένης συνθήκης, εντονότερη εγγύτητα προς μια συλλογικότητα προσώπων εν σχέσει με μια άλλη, λόγω της αναγνώρισης ταυτόσημων ή ανάλογων κοινών βιωμάτων, εμπειριών, επιλογών, προκλήσεων, περιορισμών, δεσμών οικειότητας, κοινωνικών προσλήψεων και τρόπων ζωής.

Απηχώντας περισσότερο φαινομενολογικές επιρροές παρά ουσιοκρατικές παραδοχές, η ανάδειξη της υποκειμενικής βιωμένης εμπειρίας της εγγύτητας ως συγκροτητικής βάσης της κοινωνικής ομάδας δεν αντανακλά, κατά την εδώ προκρινόμενη ανάγνωση, μια  αναλλοίωτη και απριορική φυσική ουσία που από κοινού μοιράζονται τα μέλη της κοινωνικής ομάδας. Αντίθετα, αντιπροσωπεύει μια ρευστή και παροδική προσωπική ταύτιση ενός εμπρόθετου υποκειμένου με τα συνθετικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε κοινωνικής ομαδοποίησης στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και μιας ορισμένης κοινωνικοπολιτισμικής πραγματικότητας[10]. Αυτή η αντι-ουσιοκρατική εννόηση  της  συλλογικής ταυτότητας αποτυπώνει ευκρινώς την εξάρτηση της ανάδυσης, συνέχειας, διάσπασης, διάλυσης και μετασχηματισμού της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας από τις αντίστοιχες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, στο πλαίσιο των οποίων συγκροτείται. Παράλληλα, συντελεί στη διαύγαση της καταστατικής εσωτερικής ετερογένειας και πολυθραυσματικής πληθυντικότητας των αναρίθμητων κοινωνικών ομάδων. Ειδικότερα, κατά την Young, οι κοινωνικές ομάδες αποτελούνται από πολυταυτοτικά και πολυδιάσπαρτα κοινωνικά υποκείμενα, τα οποία αναπόδραστα εντάσσονται, λόγω των πλουραλιστικών διατομών μεταξύ των μεταβλητών κοινωνικών κατηγοριών του φύλου, της φυλής, της ηλικίας, της σεξουαλικότητας,  της κοινωνικής τάξης, της εθνικότητας και της θρησκείας, σε ποικίλες, ανταγωνιστικές και αλληλοσυγκροτητικές κοινωνικές συσσωματώσεις.                                                           

Για τη συστηματοποίηση της ιδιόμορφης σχεσιακότητας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο υποκείμενο και την κοινωνική ομάδα στην κριτική κοινωνική θεωρία της Young, οφείλει κανείς επιπρόσθετα να ανατρέξει στις θεωρητικές διαφοροποιήσεις που εισάγει η Αμερικανίδα στοχάστρια για να διαχωρίσει την κοινωνική ομάδα από τις έννοιες του συνόλου προσώπων (aggregate) και της ένωσης προσώπων (association). Η κοινωνική ομάδα διακρίνεται από ένα άθροισμα ατόμων που συγκροτείται βάσει αυθαίρετων, τυχαίων και φιλοσοφικά αδιάφορων κριτηρίων, όπως το χρώμα των ματιών τους, το έτος απόκτησης του διπλώματος οδήγησής τους ή τη διεύθυνση της κατοικίας τους, καθώς  αντιθέτως συντίθεται μέσα από τη σφυρηλάτηση μιας έντονης ταυτοτικής αίσθησης. Η συγκροτητική εγγύτητα της κοινωνικής ομάδας αποκτάται, κατά την Young, τόσο μέσα από την αμοιβαία αναγνώριση ενός κοινού ιστορικού παρελθόντος ή μιας ανάλογης κοινωνικής προοπτικής όσο και μέσα από τη σμίλευση της ενσυνείδητης αυτοκατανόησης του συμμετέχοντος υποκειμένου με γνώμονα τις πολιτισμικές σημασιοδοτήσεις, τις κοινωνικές πρακτικές και τις εμπειρικές προκλήσεις μίας συγκεκριμένης συλλογικότητας. Η κοινωνική ομάδα, συνεπώς, διακρίνεται από την εξωγενή ταξινόμηση ενός συνόλου ατόμων, τα οποία προσλαμβάνονται ως αυτογνωμόνως και αυτοποιητικώς συγκροτημένα προ της κοινωνικής τους κατηγοριοποίησης, σε μια αυθαίρετη, τυποποιημένη και ηθικά αδιάφορη συνομάδωση. Αντίθετα, η συμμετοχή σε μια ορισμένη κοινωνική ομάδα επιδρά καταλυτικά στην ταυτοτική συγκρότηση των υποκειμένων που εγκολπώνονται σ’ αυτή, συνδιαμορφώνοντας την ίδια την υποκειμενοποιητική τους διαδικασία μέσω της ενεργού παραγωγής και πολυσυμμετοχικής αναδιαπραγμάτευσης πολιτισμικών νοημάτων, κοινωνικοπολιτικών κατασκευών, συγκροτητικών βιωμάτων και συλλογικών ιστορικών μνημών.

Η ταύτιση της κοινωνικής ομάδας με μια ένωση προσώπων, όπως ένα σωματείο, έναν σύλλογο ή μια λέσχη, θα παραγνώριζε επομένως τη ζωτική υποκειμενοποιητική λειτουργία που συντελείται ενδοπλαισιακά της ρευστής διαλεκτικής του υποκειμένου με την κοινωνική ομάδα. Ειδικότερα, η συμμετοχή σε μια ένωση προσώπων προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κοινωνικού υποκειμένου οντολογικά προγενέστερου της κοινωνικής συλλογικότητας, την οποία εμπροθέτως ιδρύει και στην οποία εκουσίως εντάσσεται, συγκαθορίζοντας με έτερα, εξίσου προδιαμορφωμένα υποκείμενα, τους κανόνες λειτουργίας και τη θεσμική της οργάνωση, δίχως να αντλεί τον ταυτοτικό αυτοπροσδιορισμό του από τη συμμετοχή του σ’ αυτή. Σε αντίθεση, λοιπόν, με την ένωση προσώπων που συγκροτείται από τα συμμετέχοντα υποκείμενα, η κοινωνική ομάδα συγκροτεί υποκείμενα, διαποτίζοντας την αίσθηση ιστορικότητας, τους ενωτικούς τους δεσμούς, τις συναισθηματικές εκφορές, τις γλωσσικές τους συνήθειες, τις πρακτικές  δυνατότητες και τις αυτοθεωρήσεις τους. Συνεπώς, κατά τη γιανγκιανή θεώρηση, το υποκείμενο συναντά τον εαυτό του πρωταρχικά εντεθειμένο σε μία κοινωνική ομάδα και ανευρίσκει αναστοχαστικά στις βιωμένες εμπειρίες του τις θεμελιακές επιδράσεις της κοινωνικής του κατηγοριοποίησης.

Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η αναπόφευκτη αυτή κοινωνική ενδόμηση δε συνεπάγεται τον ολοκληρωτικό επικαθορισμό του κοινωνικού υποκειμένου από μία αποκλειστική συλλογική ταυτότητα, ούτε και υπονομεύει την καταστατική ικανότητά του να μεταλλάσσει και να υπερβαίνει το νοηματικό περιεχόμενο των ταυτίσεών του, ακροβατώντας ανάμεσα σε πλουραλιστικές και ετερογενείς κοινωνικές ταυτότητες και εγκαταλείποντας οριστικώς κάποιες εξ αυτών. Το μόνο που καταδεικνύει η προτασσόμενη υποκειμενική συγκρότηση μέσω δυνητικά εναλλασσόμενων, συγχρονικών και πρόσκαιρων εντάξεων σε κοινωνικές ομάδες, είναι η αναπόδραστη βίωση του μετασχηματισμού της υποκειμενικής ταυτότητας σε κάθε στάδιο ατρόφησης, παγίωσης, πυράκτωσης και αναθέρμανσης του βιωμένου αισθήματος εγγύτητας προς κάποια  κοινωνική ομάδα.

Ορισμένες κριτικές επισημάνσεις οφείλουν να διατυπωθούν ακόμη εν σχέσει με την εννοιολόγηση της κοινωνικής ομάδας στην κριτική κοινωνική θεωρία της Young. Η πρώτη παρατήρηση αφορά στον υποκειμενοποιητικό χαρακτήρα που η Αμερικανίδα διανοήτρια προσδίδει στις κοινωνικές ομάδες, θεωρητικοποιώντας τες ως καταστατικούς παράγοντες συγκρότησης της υποκειμενικής ταυτότητας. Η ανάδειξη της υποκειμενοποιητικής λειτουργίας των κοινωνικών ομάδων δεν πρέπει να ερμηνευτεί ούτε σαν απόπειρα φιλοσοφικής υποστασιοποίησής τους με όρους συλλογικών υποκειμένων, ούτε και να αναγνωστεί σαν θεωρητική επένδυση των ενοποιητικών τους στοιχείων με αναπαλλοτρίωτα ουσιακά γνωρίσματα, ντετερμινιστικά αποδιδόμενα στο σύνολο των μελών τους. Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει και η ίδια η Young, “groups are real not as substances, but as forms of social relations.”[11]

Η καταστατική σχεσιακότητα των κοινωνικών ομάδων διαυγάζεται, ειδικότερα, μέσω της υπογράμμισης της συσχετικής συγκρότησης κάθε κοινωνικής ομάδας δια της συγκρουσιακής, δημιουργικής ή και αλληλέγγυας συνδιαμόρφωσής της από κοινού με έτερες συλλογικές ομαδώσεις. Παράλληλα, ο μεταβλητός και σχεσιακός χαρακτήρας της γιανγκιανής κοινωνικής ομάδας διαφαίνεται μέσα από τη θεμελιακή εξάρτηση της ανάδυσης της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας από τις κρατούσες κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Για την Young, οι επικρατούσες πολιτισμικές νόρμες, κοινωνικές διαδράσεις, πολιτικές πρακτικές και ιστορικές αποκρυσταλλώσεις δύνανται συλλογικά να διαπλάσουν τα απαρχικά ταυτοτικά γνωρίσματα μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας προ της σφυρηλάτησης της οιασδήποτε συνενωτικής αίσθησης εγγύτητας και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της. Συνολικά, η αλληλεπιδραστική συγκρότηση διακριτών κοινωνικών ομάδων συνιστά, για τη Young, μια αναπόφευκτη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, η οποία δεν πρέπει να αορατοποιηθεί μέσα από τους νεοφιλελεύθερους λόγους του ατομικισμού και της υπευθυνοποίησης, αλλά, αντιθέτως, να αναδειχθεί σε μείζονα ερωτητική της κοινωνικής δικαιοσύνης. Υπό αυτήν την αναλυτική σκοπιά, η αναγνώριση των καταστατικών ετερογενειών και απαραμείωτων διαφοροποιήσεων μεταξύ των πολυάριθμων κοινωνικών ομάδων[12] επιτάσσει, κατά τη Young, την ανάπλαση μιας ριζικής πολιτικής της διαφοράς (politics of difference). Η επανασυγκρότηση της πολιτικής της διαφοράς υπό τους ανωτέρω όρους δύναται, σύμφωνα με την Αμερικανίδα διανοήτρια, τόσο να αντιδιασταλεί στις ουσιοκρατικές πολιτικές της ταυτότητας, όσο και να αξιοποιήσει παραγωγικά την αναγνώριση των καταστατικών κοινωνικο-δομικών διαφορών μεταξύ των πολυάριθμων κοινωνικών ομάδων και των ανεξάντλητων διατομών τους με γνώμονα την απομείωση των κοινωνικών αδικιών.

Δυνάμει των ανωτέρω, έχει ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι η Young εισάγει μια εναλλακτική, αντι-ουσιοκρατική και ιστορικοκοινωνικά συγκειμενοποιημένη θεώρηση της υποκειμενικότητας στην καρδιά της κριτικής κοινωνικο-δομικής της ανάλυσης. Όπως συνάγεται από την παρατιθέμενη ανάλυση, η  Young μοιάζει να ανασκευάζει κριτικά την ατομικιστική κοινωνική οντολογία της φιλελεύθερης φιλοσοφικής παράδοσης που συλλαμβάνει το υποκείμενο ως αυτοποιητικό, αυτόνομο, αδιάσπαστο και οντολογικά προγενέστερο των κοινωνικών δομών. Η καταστατική εξαρτησιμότητα της υποκειμενικής συγκρότησης από τις σύνθετες ιστορικοκοινωνικές διεργασίες υπαγωγής του υποκειμένου σε πολλαπλές κοινωνικές συνομαδώσεις, δε συνεπάγεται, μολαταύτα, την απόλυτη καταβαράθρωση του εμπρόθετου υποκειμένου στη δίνη μιας πνιγηρής κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας. Αντίθετα, για την Young, το υποκείμενο συνεχίζει να διαθέτει έναν απρόσβλητο πυρήνα ελευθερίας και υπερβατικότητας, αναδυόμενο μέσα από την προσωποποιημένη βίωση των κοινωνικοπολιτισμικών κατηγοριοποιήσεων και την αγωνιώδη προσπάθεια μετασχηματισμού, ρευστοποίησης και υπέρβασης των ασφυκτικών περιορισμών τους.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η συστηματοποίηση της κοινωνικής ομάδας στο υπό εξέταση έργο της Young απηχεί υπόκωφα φαινομενολογικές επιρροές που εκλείπουν στις μεταγενέστερες αμιγώς κοινωνικο-δομικές θεωρήσεις της. Στις πρώιμες αυτές μελέτες των αρχών της δεκαετίας του 1990, η Αμερικανίδα θεωρητικός προσλαμβάνει την υποκειμενικά βιωμένη σχέση εγγύτητας, την οποία το άτομο αναπτύσσει τόσο προς τα υπόλοιπα μέλη όσο και ως προς τις μυθοπλαστικές, ιστορικές και πολιτισμικές νοηματικές παραγωγές της κοινωνικής του συλλογικότητας, ως κυρίαρχο θεμέλιο της συνεκτικής παγίωσης και βιώσιμης διαιώνισης της κοινωνικής ομάδας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου αυτή αρχικώς κατασκευάζεται από εξωτερικούς ιστορικοκοινωνικούς παράγοντες. Αυτή η οιονεί-φαινομενολογική συγκρότηση της κοινωνικής ομάδας θα πάψει, ωστόσο, να αποτελεί την πρωταρχική αναλυτική βάση περιγραφής της κοινωνικής διάρθρωσης, όπως και το κύριο εννοιολογικό εργαλείο ψηλάφησης της διαλεκτικής του υποκειμένου και της κοινωνικής ομάδας, στα μεταγενέστερα έργα της Young. Κατά την γνώμη μας, η εδώ εντοπιζόμενη φαινομενολογική συνήχηση της διαμόρφωσης της κοινωνικής ομάδας θα υποχωρήσει σταδιακά κατά την εισαγωγή της κρίσιμης διάκρισης μεταξύ κοινωνικών ομάδων και σαρτρικών σειρών,  όπως και κατά την ακόμη μεταγενέστερη σχεδίαση της διχοτόμησης ανάμεσα στην πολιτική της θεσιακής διαφοράς και την πολιτική της πολιτισμικής διαφοράς.                                                                                                                                                                                                                                              

Η γιανγκιανή θεωρητικοποίηση των “πέντε προσώπων της καταπίεσης”  ως επιστημολογικών κριτηρίων εντοπισμού της κοινωνικο-δομικής αδικίας

Σύμφωνα, επομένως, με τη Young, η κατανόηση του δομικού χαρακτήρα της κοινωνικής καταπίεσης συνιστά το μείζον πρόκριμα για τη διάρθρωση μιας εναλλακτικής θεώρησης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Υπό αυτό το κριτικό κοινωνικό πρίσμα, η αναγνώριση των κοινωνικών ομάδων, η διαύγαση των κεφαλαιωδών και απαράγραπτων διαφορών τους και η ανάδειξη της σχεσιακής και μεταβλητής μορφοπλασίας τους συγκροτούν κεντρικούς άξονες προβληματισμού. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η Αμερικανίδα διανοήτρια θεωρητικοποιεί τα “πέντε πρόσωπα της καταπίεσης” (five faces of oppression)[13], συγκεκριμενοποιώντας τις θεμελιακές παραμέτρους της σύγχρονης ενδημικής κοινωνικής καταπίεσης. Στη θεωρητική της ανάλυση, τα “πέντε πρόσωπα της καταπίεσης” αξιοποιούνται ως επιστημολογικά κριτήρια ανίχνευσης των κοινωνικών ομάδων που εκτίθενται στη συστημική κοινωνικό-δομική αδικία, καθώς και ως θεωρητικά πλαίσια συνεκτικοποίησης των διακριτών, ανομοιογενών και αλληλεπικαλυπτόμενων μορφών που αυτή προσλαμβάνει.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Αμερικανίδα θεωρητικός επιχειρεί να καταδείξει τις  αλληλεπιδραστικές διατομές των μορφών καταπίεσης που αντιμετωπίζουν διακριτές κοινωνικές ομάδες, καθώς και τις εσωτερικές διακυμάνσεις και ανομοιομορφίες του τρόπου βίωσης της κοινωνικής αδικίας από τα μέλη της ίδιας ομάδας ένεκα ακριβώς των διαθεματικών αυτών διατομών. Η Young υποστηρίζει ότι  μέσα από την εφαρμογή των πέντε κριτηρίων της επιτυγχάνεται η γόνιμη συγκριτική ανάλυση των μορφών καταπίεσης διακριτών κοινωνικών ομάδων χωρίς την ομογενοποιητική σύμφυρση των διαφοροποιητικών παραγόντων τους και χωρίς την ιεραρχική ή ανταγωνιστική τους ταξινόμηση βάσει της οξύτητας ή της συστηματικότητας των υφιστάμενων καταπιέσεων.  Κατά την Young, κάθε κοινωνικά καταπιεζόμενη ομάδα και κάθε κοινωνικό υποκείμενο που κατηγοριοποιείται ως μέλος της αντιμετωπίζει τουλάχιστον μία ή έναν συνδυασμό από τις κάτωθι μορφές κοινωνικής καταπίεσης:

1. Εκμετάλλευση (exploitation): Η εκμετάλλευση υπερβαίνει την κλασσική μαρξιστική της εννόηση και αναπλάθεται ως πολυπαραγοντική κοινωνικο-δομική σχέση ανάμεσα στα κοινωνικά υποκείμενα που εξασκούν τις ικανότητές τους υπό τον έλεγχο και για το προσωπικό κέρδος άλλων υποκειμένων και στα επωφελούμενα αυτά υποκείμενα, που διογκώνουν συστηματικά την εξουσία και την περιουσία τους μέσα από τις δεξιότητες και την εργασία των πρώτων. Η ασύμμετρη δομική αυτή σχέση δεν αναφύεται αποκλειστικά σε ταξικές ιεραρχήσεις και δεν επιλύεται μόνο μέσα από μια δικαιότερη κοινωνική διανομή πόρων και ευκαιριών, αλλά διαμορφώνεται με συστηματικότητα σε έμφυλες και φυλετικές αλληλεπιδράσεις, επιτάσσοντας, παράλληλα, την αναμόρφωση των σχέσεων παραγωγής και τη ριζική  ανασήμανση των πολιτισμικών νορμών. Η απλήρωτη οικιακή γυναικεία εργασία και η ατέρμονη μεταφορά υλικών, συναισθηματικών και σεξουαλικών ενεργειών από τις γυναίκες στους άνδρες στο πλαίσιο μιας πατριαρχικής κοινωνικής οργάνωσης συνιστά, από κοινού με τον στερεοτυπικό φυλετικό περιορισμό έγχρωμων, λατινόφωνων, μεταναστευτικών και μειονοτικών υποκειμένων σε χειρωνακτικές, χαμηλόμισθες και ανειδίκευτες εργασίες, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναπλαισιωμένης εννοιολόγησης της εκμετάλλευσης.

2. Περιθωριοποίηση (marginalization): Η περιθωριοποίηση ορίζεται από την Αμερικανίδα φιλόσοφο ως κοινωνική συνθήκη συστηματικού αποκλεισμού μιας σειράς υποκειμένων (άνεργοι, ηλικιωμένοι, ανειδίκευτοι νέοι άπορων οικογενειών, άτομα με σωματικές ή διανοητικές αναπηρίες, μητέρες σε  μονογονεϊκές οικογένειες κ.ά.) από την παραγωγική και επικερδή συμμετοχή στην αγορά εργασίας, το συναλλακτικό πεδίο και την κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Ο επικίνδυνος αυτός αποκλεισμός παράγει δεσμούς εξάρτησης με το γραφειοκρατικό κράτος και τους παρόχους φροντίδας, συντελεί στην οικονομική καταβαράθρωση και τη βιοτική επισφάλεια των περιθωριοποιημένων προσώπων, καλλιεργεί αισθήματα αυτο-υποτίμησης και στασιμότητας, και επιφέρει τη δραματική απομείωση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα, την ελευθερία και τον σεβασμό. Για την Young, η αντιμετώπιση της καταπιεστικής αυτής μορφής διέρχεται μέσω της οικονομικοπολιτικής αναδιάρθρωσης και της θετικής αξιοδότησης του κοινωνικού ιδεώδους αλληλεξάρτησης έναντι της πριμοδότησης μιας -ανέφικτης- αρραγούς προσωπικής αυτονομίας.

3. Ανισχυρότητα (Powerlessness): Αυτή η πτυχή της κοινωνικής καταπίεσης συμπληρώνει ως ένα βαθμό την εκμετάλλευση και βιώνεται μέσω της κατάληψης μιας αντιπαραγωγικής και χαμηλόμισθης εργασιακής θέσης, η οποία συνυφαίνεται με την τυφλή εκτέλεση άνωθεν οδηγιών και τη συνεπακόλουθη έλλειψη εργασιακής αυτονομίας και δημιουργικότητας, αποκλειόμενη, αντίστοιχα, από  διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ανάληψης μειζόνων ευθυνών, εξάσκησης εξουσίας και ανάπτυξης χρήσιμων δεξιοτήτων. Η ανισχυρότητα προκαλείται μέσα από τους αυστηρούς διαχωρισμούς μεταξύ εξειδικευμένων και ανειδίκευτων εργαζομένων στην αγορά εργασίας  και την εταιρική ιεραρχία και αναπαράγει την  ασύμμετρη κοινωνική αντιμετώπιση των δεύτερων με έλλειψη σεβασμού και υπόληψης. Η ασεβής αυτή μεταχείριση τυγχάνει, μάλιστα, ακόμη εντονότερη, όταν αλληλεπιδρά με τα παγιωμένα πλέγματα του σεξισμού και του ρατσισμού, και δύναται να αμβλυνθεί μόνο διαμέσου της εκ βάθρων αναδόμησης του καταμερισμού εργασίας.

4. Πολιτισμικός ιμπεριαλισμός (cultural imperialism): Αυτή η μορφή καταπίεσης αντανακλά την οικουμενικοποίηση, τη συστηματική διαιώνιση και την ευρεία διάχυση των πολιτισμικών νορμών, των νοηματικών παραγωγών, των ιστορικών ερμηνειών και των μερικών κοινωνικών προοπτικών και εμπειριών των ηγεμονικών κοινωνικών ομάδων μέσω του συνόλου των πολιτισμικών αναπαραστάσεων, των μαζικών καλλιτεχνικών αποτυπώσεων και των κοινωνικών προτύπων. Η κοινωνικοπολιτισμική αυτή διαδικασία συντελεί στην  αορατοποίηση των κοινωνικών ομάδων που δεν έχουν πρόσβαση στην ελιτιστική διαμόρφωση της μαζικής κουλτούρας, οδηγώντας στη συστηματική στερεοτυποποίησή τους και στη στρεβλωτική σημασιοδοτήσή τους με όρους απόκλισης, κατωτερότητας και  ετερότητας, όπως αποδεικνύουν οι σεξιστικές, ρατσιστικές, ομοφοβικές, τρανσοφοβικές και μισαλλόδοξες κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, μυθιστορηματικές και ειδησεογραφικές αναπαραστάσεις.

5. Βία (Violence): Η πέμπτη μορφή κοινωνικής καταπίεσης συνδέεται με τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό και αφορά στη συστηματική έκθεση ορισμένων κοινωνικών ομάδων, καθώς και των υποκειμένων που προσλαμβάνονται ως ανήκοντα σε αυτές, σε απρόκλητες, παράλογες και μη προσωποποιημένες εκδηλώσεις λεκτικής και σωματικής βίας, εκφοβισμού, κακοποίησης, χλευασμού, περιουσιακού βανδαλισμού και άνισης μεταχείρισης, λόγω αποκλειστικά της κατηγοριοποίησής τους στην καταπιεζόμενη ή αποκλίνουσα κοινωνική ομάδα. Ο συστημικός κοινωνικο-δομικός χαρακτήρας αυτής της καταπίεσης αφορά στη συλλογική καλλιέργεια μιας “κουλτούρας ανοχής” απέναντι σε τέτοιου είδους επιθέσεις, η οποία και σφυρηλατεί στα καταπιεζόμενα υποκείμενα την τραυματική αίσθηση της συνεχούς ευαλωσιμότητάς τους απέναντι σε κάθε δυνάμενη μορφή βίας. Η αντιμετώπιση αυτής της κοινωνικά παγιωθείσας βίας διέρχεται, όπως και στην περίπτωση του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, μέσα από έναν ριζικό πολιτισμικό εκδημοκρατισμό.

Μια απρόσφορη ομογενοποίηση των οικονομικών αξιώσεων αναδιανομής με τα πολιτισμικά αιτήματα αναγνώρισης;  Ανασυστήνοντας την κριτική της Nancy Fraser στην γιανγκιανή κοινωνική θεωρία                                          

Ο γνωστότερος φιλοσοφικός διάλογος που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε φεμινίστριες θεωρητικούς επί της  κρίσιμης διάκρισης μεταξύ των πολιτισμικών αιτημάτων αναγνώρισης και των υλικών αξιώσεων αναδιανομής ανήκει, βέβαια, δικαιωματικά στην έντονη συνδιαλλαγή της Nancy Fraser με την Judith Butler, όπως αναπτύσσεται στο μπατλερικό δοκίμο “Merely Cultural” (1997c)[14] και στην ανταπάντηση της Fraser “Heterosexism, Misrecognition, and Capitalism: A Response to Judith Butler”(1997e)[15]. Λιγότερο προσεγμένος, καίτοι μείζονος θεωρητικής σημασίας, τυγχάνει ο διάλογος ανάμεσα στη Nancy Fraser και την Iris Young, τον οποίο και θα επιχειρήσουμε για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία να ανασυστήσουμε συνοπτικά στο παρόν. Ο επιστημονικός διάλογος Fraser-Young εκκινεί από την κριτική της πρώτης στην κοινωνική θεωρία της δεύτερης στο άρθρο  “Recognition or Redistribution? A Critical Reading of Iris Young’s Justice and the  Politics of Difference”[16] (1995) και το κεφάλαιο του σημαντικότερου ,ίσως, βιβλίου της Justice Interruptus “Culture, Political Economy, and Difference: On Iris Young’s Justice and the Politics of Difference”[17] (1997), επεκτείνεται με την απόκριση της Young στο “Unruly Categories: A Critique of Nancy Fraser’s Dual Systems Theory”[18](1997) και καταλήγει με την ανταπάντηση της Fraser τιτλοφορούμενη “A Rejoinder to Iris Young”[19](1997).

Για την Fraser, η  διάκριση ανάμεσα στην αναδιανομή (redistribution) και την αναγνώριση (recognition) επιτυγχάνει να υπερβεί τις μονοδιάστατες θεωρητικές προσεγγίσεις της  καταπίεσης που ανασυγκροτούν το κοινωνικό αυτό φαινόμενο είτε ως αμιγώς ερειδόμενο στην πολιτική οικονομία, όπως οι περισσότερες ορθόδοξες μαρξιστικές και νεομαρξιστικές αναλύσεις, είτε ως εμφατικά αναπαραγόμενο μέσα από την πολιτισμική κυριαρχία, όπως οι καινοφανείς θεωρητικοποιήσεις της αναγνώρισης του Charles Taylor ή του Will Kymlicka. Υπό αυτή τη διττή κριτική πρισματική, η Fraser επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις κυριότερες πτυχές της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα από την κατάδειξη της δυνάμενης συμβατότητας και ενδεχόμενης επιτυχούς σύνθεσης των δύο διακριτών και αυτόνομων όψεων της διανομής και της αναγνώρισης δια της προσεκτικής ανασύνταξης της εύθραυστης διαλεκτικής τους σχέσης.[20]

Αυτή ακριβώς η λεπτοφυής εξέταση της  συσχέτισης των διακριτών και αυτόνομων πτυχών των οικονομικοκοινωνικών αιτημάτων αναδιανομής και των πολιτισμικών αξιώσεων αναγνώρισης εκλείπει, σύμφωνα με τη Nancy Fraser, από την κοινωνική θεωρία της συστημικής καταπίεσης της Iris Young. Κατά την κριτική οπτική της Fraser, η πρωτότυπη γιανγκιανή επαναπροσέγγιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, παρόλο που δεν αρθρώνεται στη θεωρητική βάση του καταστατικού διπολισμού αναδιανομή-αναγνώριση, απηχεί υπόκωφα μια διπλοεστιακή πρισματική των όψεων της κοινωνικής καταπίεσης. Ο διφυής χαρακτήρας της γιανγκιανής θεώρησης οφείλει, σύμφωνα με τη Fraser να ανιχνευτεί και να προβληματοποιηθεί, καθώς πριμοδοτεί ασυναίσθητα τις πολιτισμικές διαστάσεις της κοινωνικής καταπίεσης έναντι των οικονομικοπολιτικών αιτιών της. Παράλληλα, κατά την Fraser, η διττή γιανγκιανή προοπτική συμφύρει, κατά την πλημμελή και απροβλημάτιστη απόπειρα συνένωσης των αιτημάτων αναδιανομής και αναγνώρισης, τα αντιθετικά αυτά παραδείγματα υπό μία ενοποιημένη προοπτική, βρίθουσα ανομολόγητων εντάσεων και θεμελιακών αντιφάσεων. Ειδικότερα, η Fraser ερμηνεύει την αναπτυσσόμενη πολιτική της διαφοράς (politics of difference) ως μια λανθάνουσα μορφή της πολιτικής της αναγνώρισης. Για την Fraser, η γιανγκιανή πολιτική της διαφοράς υποσκιάζει τις αναδιανεμητικές κοινωνικές διεκδικήσεις και επικαθορίζει μονόπλευρα τον ορισμό και τη δυναμική της έννοιας της κοινωνικής ομάδας, δίχως να προσδιορίζει επιτυχώς την αμφίρροπη σχεσιακότητα ανάμεσα στις διακριτές αναλυτικές κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας και της πολιτισμικής διανοητότητας.

Εντός αυτής της επιχειρηματολογικής γραμμής, η Fraser αναγιγνώσκει τον γιουνγκιανό ορισμό της καταπίεσης ως εγγενώς διφυή. Σε αυτή τη βάση, η διττή διάρθρωση του ορισμού εντοπίζεται στη θεωρητικοποίηση της καταπίεσης αφενός ως θεσμοποιημένης τροχοπέδης στην αναπαράσταση βιωμένων εμπειριών, κοινωνικών προοπτικών και πολιτισμικών κοσμοαντιλήψεων, και αφετέρου ως καταστατικής υπονόμευσης των δυνατοτήτων απόκτησης, ανάπτυξης και ενάσκησης παραγωγικών δεξιοτήτων και επωφελών γνωστικών εργαλείων. Η Αμερικανίδα φιλόσοφος υποστηρίζει ότι το δεύτερο μέρος του ανωτέρω ορισμού της καταπίεσης περιγράφει την άνιση οργάνωση της οικονομίας και τον ανισομερή καταμερισμό της εργασίας, ενώ το πρώτο αναφέρεται στην ολιγοπωλιακή πολιτισμική κυριαρχία. Αντίστοιχα, και η ομογενοποιητική θεωρητικοποίηση της κοινωνικής ομάδας απηχεί, σύμφωνα με την κριτική της Fraser τη διφυή αυτή διάκριση. Κατά την ανάγνωση της Fraser, η γιανγκιανή κοινωνική ομάδα συνενώνει σε μία ενιαία εννοιολόγηση τόσο τις συλλογικές ομαδώσεις που συγκροτούνται μέσα από κοινές πολιτισμικές πρακτικές και ταυτοτικές πεποιθήσεις, τις οποίες η Fraser συνοψίζει ως “πολιτισμικά συγκροτηθείσες κοινωνικές ομάδες”, όσο και τις κοινωνικές συσπειρώσεις που αναδύονται μέσω της κατάληψης ταυτόσημων θέσεων στον καταμερισμό της εργασίας, στην οργάνωση της οικονομικής αγοράς ή στην ιεραρχική διάρθρωση της εταιρικής δομής,  τις οποίες η Αμερικανίδα φιλόσοφος κατονομάζει “οικονομικοπολιτικά συγκροτηθείσες κοινωνικές ομάδες”.

Τέλος, η πενταμερής ανάπτυξη των «πέντε προσώπων της καταπίεσης» αντανακλά, πάντοτε κατά την Fraser, την ίδια θεμελιακή διχοτομία αναδιανομής-αναγνώρισης. Οι τρεις πρώτες μορφές (εκμετάλλευση, περιθωριοποίηση, ανισχυρότητα) αποδίδονται στο οικονομικοπολιτικό παράδειγμα, ενώ οι δύο ύστερες (πολιτισμικός ιμπεριαλισμός, βία) στο πολιτισμικό. Υπό την κριτική αυτή ανάλυση, και οι τρεις ανωτέρω κεντρικές σημασιολογήσεις της γιανγκιανής θεωρίας αδυνατούν να αναδείξουν την πολυσχιδή διαφοροποίηση των ενδημικών κοινωνικών ανισοτήτων και να αποτυπώσουν τη διακριτική μορφοπλασία των συλλογικών συγκροτήσεων που ερείδονται στην ασύμμετρη οικονομικοπολιτική διανομή σε σχέση με τις μορφές καταπίεσης και τις κοινωνικές ομάδες, οι οποίες αναφύονται μέσα από την έλλειψη πολιτισμικής αναγνώρισης. Σύμφωνα με την Fraser, οι θεωρητικές αυτές παθογένειες οδηγούν τη Young στη στρεβλωτική ομογενοποίηση των πολυσύνθετων και πολυθραυσματικών κατηγοριών του φύλου, της φυλής, της ηλικίας, του σεξουαλικού προσδιορισμού και της τάξης με γνώμονα το πρότυπο της πολιτισμικής κοινωνικής ομάδας. Στο ίδιο πλαίσιο, η Fraser υποστηρίζει ότι η κεντρική έννοια της διαφοράς τυγχάνει αντικείμενο μιας αντιφατικής και πολιτικά επιζήμιας πραγμάτευσης, καθώς ταυτοποιείται εντός της γιανγκιανής θεωρίας ως ταυτόχρονα θεμιτή και αναπόδραστη στην περίπτωση των πολιτισμικών αιτημάτων αναγνώρισης και ως καταδικαστέα και δυνητικά ανατρεπόμενη στην περίπτωση των ασύμμετρων οικονομικοκοινωνικών διαφοροποιήσεων του καταμερισμού της εργασίας, της εταιρικής οργάνωσης και των μισθολογικών χασμάτων[21].

Έντονα αποκρινόμενη στην ανωτέρω κριτική, η Young υπογραμμίζει τη θεωρητική ανελαστικότητα και την παραλυτική διπολικότητα της κανονιστικής διχοτόμησης των διαζευκτικών κατηγοριοποιήσεων της αναδιανομής και της αναγνώρισης. Σε αυτή τη βάση υποστηρίζει εμφατικά ότι η ανωτέρω σκιαγραφούμενη διάκριση δεν αντανακλά κάποια πραγματική πολιτική ένταση μεταξύ των σύγχρονων πλουραλιστικών κοινωνικών κινημάτων ή κάποια ανησυχητική εσωτερική αντίφαση μεταξύ των αξιώσεων πολιτισμικής αναγνώρισης και των αιτημάτων οικονομικοπολιτικού μετασχηματισμού. Αντιθέτως, η διάκριση αυτή συνιστά, κατά την Young, μια δύσκαμπτη και ανεδαφική θεωρητική κατασκευή που αποτυγχάνει να συλλάβει την αξεδιάλυτη συνύφανση και αναπόδραστη αλληλοσυμπλήρωση των αναδιανεμητικών και των αναγνωριστικών διεκδικήσεων[22]. Αξίζει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι η Fraser ανταπαντά επί της ανωτέρω κριτικής στη δευτερολογία της. Διατεινόμενη ότι η θεμελιακή διχοτομία της πολιτικής οικονομίας και της πολιτισμικής διανοητότητας δεν αποτελεί την αυθαίρετη θεωρητική αποτύπωση ενός φαντασιακού διπολισμού, αλλά απηχεί τον τρέχοντα κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό των κοινωνικών κινημάτων της Αριστεράς, η Αμερικανίδα φιλόσοφος επιμένει ότι η αναγνώριση της διχοτομικής αυτής πραγματικότητας στο θεωρητικό της έργο δε συντελεί στην όξυνση, αλλά, αντίθετα, στη δημιουργική σύνθεση των διακριτών παραδειγμάτων της αναδιανομής και της αναγνώρισης[23].

Η όψιμη διάκριση μεταξύ πολιτισμικών και δομικών κοινωνικών ομάδων ως λυσιτελής θεωρητική απόκριση της Young στην κριτική της Fraser

Στο μεταγενέστερο έργο της Inclusion and Democracy, η Young εισάγει μια κρίσιμη διχοτόμηση μεταξύ δομικών και πολιτισμικών ομάδων, αποκρινόμενη, όπως υποστηρίζουμε, στην κριτική της Nancy Fraser. Όπως ανωτέρω σκιαγραφήσαμε, η οξεία αυτή κριτική προβληματοποιεί την απρόθετη υποδειγματοποίηση της πολιτισμικής συνάρθρωσης ως αποκλειστικής αναλυτικής κατηγορίας συγκρότησης κάθε κοινωνικής συλλογικότητας στο έργο της Young. Για την Αμερικανίδα φιλόσοφο, η ομογενοποιητική συγχώνευση των πλουραλιστικών και ετερογενών κοινωνικών συσπειρώσεων υπό ένα ενιαίο αναλυτικό παράδειγμα εγκλωβίζει την κοινωνική θεωρία της Young στην περιγραφή της πολιτισμικής καταπίεσης, ενώ την αποκόπτει από τη θεωρητική ικανότητα κατάδειξης των συστημικών οικονομικοπολιτικών αδικιών. Παράλληλα, για την Fraser, η άκριτη προτυποποίηση μιας μορφής κοινωνικής συσσωμάτωσης στερεί από την γιανγκιανή κοινωνική θεωρία την καθολική ισχύ μιας κριτικής κοινωνικής προσέγγισης ικανής να επεξηγήσει τις ιδιάζουσες τροπικότητες ανάδυσης αχανών και πολυδιασπασμένων κοινωνικών κατηγοριών όπως το φύλο, η φυλή, η ηλικία και η τάξη, των οποίων τα μέλη δεν συνενώνονται ένεκα της ταυτόσημης βίωσης ισχυρών αισθημάτων εγγύτητας.

Η μεταγενέστερη διάκριση ανάμεσα στις πολιτισμικές ομαδώσεις (cultural groups) και τις δομικές συλλογικότητες (structural groups), συναρτώμενη με τη σαφή ιεραρχική πρόταξη των δεύτερων ως κρισιμότερων για την άρθρωση μιας κριτικής θεωρίας της κοινωνικής ανισότητας, θωρακίζει, κατά την γνώμη μας, την γιανγκιανή θεωρία από τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ειδικότερα, στο τρίτο κεφάλαιο του Inclusion and Democracy,  η Young  προβαίνει στην κάτωθι  κρίσιμη διαφοροποίηση: Κατά πρώτον, η πολιτισμική ομάδα συγκροτείται δυνάμει της ιστορικής της σύνδεσης με ορισμένες γεωγραφικές περιοχές, ιστορικές μνήμες και πολιτισμικές παραδόσεις, και διαφοροποιείται από έτερες συλλογικότητες αφενός λόγω της συμμετοχής των μελών της σε κοινές γλωσσικές εκφορές, καθημερινές πρακτικές και θρησκευτικές και πνευματικές τελετουργίες, και αφετέρου λόγω της συλλογικής υιοθέτησης ταυτόσημων ή ανάλογων κοσμοαντιλήψεων, κατανοήσεων της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, εικονικών αναπαραστάσεων και αισθητικών, γευστικών και καλλιτεχνικών προτιμήσεων. Το συνενωτικό αυτό υπόβαθρο σμιλεύει καταλυτικά τις προσωπικές πεποιθήσεις, τις δράσεις και τις προοπτικές των μελών της πολιτισμικής ομάδας και διαμορφώνει τόσο σχέσεις εγγύτητας ανάμεσα στους φορείς της ίδιας πολιτισμικής σφραγίδας, όσο και δεσμούς εχθρότητας, έντασης ή φόβου απέναντι σε έτερες κοινωνικές ομάδες που δεν ασπάζονται τα ίδια διασυνδετικά στοιχεία. Υπό τις δυσχερείς συνθήκες καταπίεσης και ετεροποίησης μιας πολιτισμικής ομάδας από την πλειοψηφική πολιτισμική επικυριαρχία, η πλήθυνση των αισθημάτων εγγύτητας και η όξυνση της πολιτισμικής αυτοσυνειδητότητας των μελών της συντελούν, μάλιστα, στη συνεκτική και παγιωμένη υποστασιοποίησή της.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη Young, η διαφοροποίηση των κοινωνικών ομάδων αποκλειστικά με όρους πολιτισμικής διακριτότητας έχει προσλάβει δυσανάλογες εκτάσεις στους κόλπους της πολιτικής φιλοσοφίας και της κοινωνικής πρακτικής. Σύμφωνα με την Young, η πρόταξη του πολιτισμικού παράγοντα εκδηλώνεται τόσο υπό την ανησυχητική μορφή της ανόδου της εθνικιστικής πολιτικής, όσο και υπό τη θετική συμπεριληπτική όψη του πολυπολιτισμικού ιδεώδους, οδηγώντας, και στην αρνητική και την θετική εκδοχή του, στη φενακιστική παραγνώριση της δομικής υπόστασης της κοινωνικής ανισότητας. Στο ενδιαφέρον άρθρο της “Structural Injustice and the Politics of Difference”[24] η Αμερικανίδα διανοήτρια ειδικότερα συστηματοποιεί σε τρεις θεμελιακές παραμέτρους τις παθογένειες της αποκλειστικής ανάδειξης των πολιτισμικών διακριτοτήτων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Young, μια πολιτική της πολιτισμικής διαφοράς κατά πρώτον συσκοτίζει κεντρικές πτυχές της κοινωνικής ανισότητας που ανάγονται σε παγιωμένες δομικές συνθήκες και αναπαράγουν ταξικές, έμφυλες και φυλετικές αδικίες. Κατά δεύτερον απευθύνει τα αναγνωριστικά της αιτήματα μονοεστιακά προς την κρατική εξουσία, αγνοώντας συλλογικές χειραφετητικές πρακτικές και  συμμαχικές κινητοποιήσεις. Κατά τρίτον κανονικοποιεί τις ηγεμονικές πολιτισμικές νόρμες της φιλελεύθερης Δυτικής παράδοσης, αναγιγνώσκοντας τις πολιτισμικές αξιώσεις των μειονοτικών εθνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών ομάδων ως εκφράσεις μιας απροσπέλαστης και δυσχερώς ανεκτής ετερότητας[25].

Στενότερα συνυφασμένη με την κυριαρχική προβληματική της κοινωνικής δικαιοσύνης τυγχάνειη δομική ομάδα, η οποία συχνά τέμνεται με τις πληθυντικές πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις και συγκροτείται κοινωνικά δια της συστημικής διαφοροποίησης των ευρύτατων και ανομοιόμορφων κοινωνικών κατηγοριών του φύλου, της φυλής, της τάξης, της σεξουαλικότητας, της αρτιμέλειας και της ηλικίας. Σε αντίθεση με τα μέλη της πολιτισμικής συλλογικότητας, τα κοινωνικά υποκείμενα της δομικής συνάρθρωσης δεν συνενώνονται δια της ενσυνείδητης βίωσης αισθημάτων οικειότητας, ούτε δια της εμπρόθετης αυτοδιαμόρφωσής τους δυνάμει των καταστατικών πεποιθήσεων και πρακτικών της δομικής ομάδας. Αντίθετα, τα δομικά διαφοροποιημένα υποκείμενα εντίθενται παθητικά σε προκαθορισμένες κοινωνικές θεσιακότητες, οι οποίες παράγουν κοινωνικές ανισότητες και διανέμουν ασύμμετρα τους υλικούς πόρους, τους κοινωνικούς περιορισμούς και τις ευκαιρίες αυτοκαθορισμού και αυτοεξέλιξης στους κοινωνικούς δρώντες, συντελώντας στη βίωση ορισμένων ανάλογων εμπειριών ζωής ή στην απόκτηση μιας πιθανά όμοιας προοπτικής της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας.

Ειδικότερα, η δομική ομάδα συντίθεται σχεσιακά μέσα από τις πολυετώς αποκρυσταλλωμένες και κοινωνικά διαωνιζόμενες δομές της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, της ετεροσεξιστικής οικονομίας της σεξουαλικότητας, των θεσμοποιημένων εξουσιαστικών νορμών και της διαφορικής κατανομής του κύρους και της αναγνώρισης, οι οποίες πριμοδοτούν ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες (λευκοί, αρτιμελείς, ετεροφυλόφυλοι, άνδρες), ενώ υπονομεύουν δραστικά άλλες (γυναίκες, θηλυκότητες,  lgbtq+ υποκείμενα, άτομα με ειδικές ανάγκες, φυλετικές μειονότητες, μεταναστευτικά και προσφυγικά υποκείμενα). Η σχεσιακή αυτή μορφοπλασία της δομικής κοινωνικής ομάδας συλλαμβάνεται, επομένως, μέσα από τη διαφοροποίηση των κοινωνικών θέσεων που καταλαμβάνει κάθε υποκείμενο κατά μήκους του κοινωνικού ιστού με γνώμονα την τάξη, το φύλο, τη φυλή, την ηλικία ή τη σεξουαλική κατεύθυνση, καθώς και μέσα από την κανονικοποιημένη κοινωνικοπολιτισμική επένδυση των ανωτέρω διακρίσεων με μια ιεραρχική και ανισομερή ικανότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας, την πολιτική εξουσία, τη δικαιωματική κατοχύρωση ή την κατανομή των υλικών πόρων.

 Η πολιτισμική διαφοροποίηση, η θρησκεία, η καταγωγή και η εθνότητα συνιστούν, σε κάθε περίπτωση, επιπρόσθετους παράγοντες δομικο-κοινωνικής διαφοροποίησης και άνισης κοινωνικής αντιμετώπισης, καταδεικνύοντας εμπράκτως τις αναπόδραστες διατομές μεταξύ δομικών και πολιτισμικών συνομαδώσεων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η ανάδειξη της δομικής διάστασης της κοινωνικοπολιτικής αδικίας που αντιμετωπίζει μια πολιτισμικά συγκροτημένη συλλογικότητα δε συνηγορεί, κατά την Young, στην κατανόηση του συνόλου των εθνικών και πολιτισμικών ομάδων ως δομικών. Αντίστοιχα δε, δεν συντελεί στην αναγωγή του συνόλου των συστημικών ανισοτήτων που βιώνουν οι δομικά συγκροτηθείσες ομάδες σε  πολιτισμικές διακρίσεις. Ύστερα από τις ανωτέρω επισημάνσεις, η Young καταλήγει στον κάτωθι ορισμό της δομικής ομάδας:

“In summary, a structural social group is a collection of persons who are similarly positioned in interactive and institutional relations that condition their opportunities and life prospects. This conditioning occurs because of the way that actions and interactions conditioning that position in one situation reinforce the rules and resources available for other actions and interactions involving people in the structural positions. The unintended consequences of the confluence of many actions often produce and reinforce such opportunities and constraints, and these often make their mark on the physical conditions of future actions, as well as on the habits and expectations of actors. This mutually reinforcing process means that the positional relations and the way they condition individual lives are difficult to change.”[26]

Αντίστοιχα και στο έργο της “Structural Injustice and the Politics of Difference”, η Αμερικανίδα θεωρητικός προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα στηνπολιτική της πολιτισμικής διαφοράς(politics of cultural difference), στην οποία εντάσσει τις ταυτοτικές θρησκευτικές, εθνικές, εθνοτικές και πολιτισμικές αξιώσεις των μειονοτικών πολιτισμικών συλλογικοτήτων απέναντι στην ηγεμονική πλειοψηφική κουλτούρα, και στην πολιτική της θεσιακής διαφοράς (politics of positional difference), στην οποία κατατάσσει τις αντιουσιοκρατικές πολυθραυσματικές κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις του φύλου, της φυλής, της τάξης, της αναπηρίας[27] και της σεξουαλικότητας, επισημαίνοντας την εξωγενή και αταυτοτική συγκρότησή τους ένεκα των κανονιστικών και αενάως αναπαραγόμενων αποτελεσμάτων των κοινωνικο-δομικών διαδικασιών[28].

Αντί Συμπεράσματος

Στην παρούσα θεωρητική μελέτη, επιχειρήσαμε να ανιχνεύσουμε στην κριτική κοινωνική θεωρία της Iris Marion Young μια εναλλακτική επιστημολογική αφετηρία δικαιοπολιτικής κατανόησης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, σκιαγραφήσαμε τους συγκροτητικούς άξονες της γιανγκιανής θεωρίας της κοινωνικο-δομικής αδικίας και αναδείξαμε κρίσιμους προβληματισμούς της Αμερικανίδας φιλοσόφου απέναντι στις κρατούσες θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης. Στη συνέχεια, εξετάσαμε την κομβική γιανγκιανή εννοιολόγηση της κοινωνικής ομάδας ως καταστατικού αποδέκτη πολλαπλών και τεμνόμενων κοινωνικο-δομικών αδικιών. Εντός της ίδιας θεωρητικής γραμμής, προσεγγίσαμε την πεντάπτυχη παραμετροποίηση του φαινομένου της διαρθρωτικής κοινωνικής καταπίεσης ως δέσμη επιστημολογικών κριτηρίων ανίχνευσης των βαλλόμενων κοινωνικών ομάδων και αναγνώρισης της διαθεματικής υφής των ενδημικών κοινωνικών αδικιών. Για την πληρότητα της θεωρητικής μας ανάλυσης, αναδείξαμε όψεις της ενδιαφέρουσας κριτικής που ασκεί η Nancy Fraser στην γιανγκιανή κοινωνική θεωρία με αντικείμενο την άκριτη ομογενοποίηση των οικονομικών αξιώσεων αναδιανομής με τα πολιτισμικά αιτήματα αναγνώρισης και την προτυποποίηση των δεύτερων ως πρωτεύοντος αναλυτικού παραδείγματος πρόσληψης της δομικής αδικίας. Τέλος, δοκιμάσαμε να ανιχνεύσουμε στο μεταγενέστερο έργο της Young γόνιμες θεωρητικές δυνατότητες υπερκέρασης των κριτικών επισημάνσεων της Fraser μέσα από την εισαγωγή της θεμελιακής διάκρισης των κοινωνικών ομάδων σε πολιτισμικές και δομικές.

Στις επιλογικές μας σκέψεις θα ολοκληρώσουμε την θεωρητική μας ανάπτυξη με την διάνοιξη ενός ερωτήματος επί των μεθοδολογικών και επιστημολογικών προκλήσεων που εσωκλείει η εξεταζόμενη γιανγκιανή προσέγγιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπως παρατηρήσαμε, σύμφωνα με την Young, η ανάπτυξη θεωρητικών στοχασμών γύρω από το ερώτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης βασίζεται στην πρότερη διεργασία της κριτικής ανίχνευσης των κοινωνικο-δομικών παραγόντων που συντελούν στη γένεση, διατήρηση και αναπαραγωγή της δομικής αδικίας. Η εναλλακτική αυτή αφετηρία προσέγγισης της προβληματικής της κοινωνικής δικαιοσύνης απαιτεί μιαν ορισμένη φιλοσοφική, μεθοδολογική και επιστημολογική μετατόπιση από το αφαιρετικό επίπεδο της χάραξης μιας δέσμης αυτοθεμελιωτικών, ρασιοναλιστικών, αχρονικών και καθολικευτικών κανονιστικών αρχών στην εναγώνια λαχτάρα λυοταρικής ακρόασης της κοινωνικής αδικίας και αναστοχαστικής αναμόρφωσης της πολιτικοφιλοσοφικής διερώτησης επ’ αυτής. Για την Young, η απροσφορότητα του προσδιορισμού ενός κανονιστικού πλέγματος διαπολιτισμικών αρχών δικαιοσύνης ερείδεται επ ́ ακριβώς στην εκούσια αποκοπή τους από το πολυσύνθετο και πυρακτωμένο εμπειρικό κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο επί του οποίου φιλοδοξούν να εφαρμοστούν.

Eντεθειμένη στους κόλπους της κριτικής θεωρίας, αυτή η μη-ιδανική (non-ideal), “από τα κάτω” (“bottom-up”) θεώρηση της κοινωνικής αδικίας δεν συγκροτεί τη βάση για μια ολιστική θεωρία δικαιοσύνης. Θέτει, ωστόσο, τα θεμέλια για την ανάπλαση μιας κριτικής αναστοχαστικότητας, αξεδιάλυτα διαπλεκόμενης με την κοινωνικοπολιτική παρατήρηση και την ιστορικοπολιτισμικά διαφοροποιημένη ανάλυση της πραγματικότητας υπό μια πρισματική κατά την οποία η δομική αδικία αποτυπώνει “την νόρμα και όχι την εξαίρεση”[29]. Σε αυτό το εργώδες επιστημολογικό εγχείρημα, η εργασία της φιλοσόφου δεν περιορίζεται στην ανεύρεση καθολικευμένων θεωρητικών αφαιρέσεων, αλλά εντοπίζεται στην μπρεχτικής υφής στράτευσή της με τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες άρσης της δομικής αδικίας. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει και η ίδια η Young:

“Normative reflection arises from hearing a cry of suffering or distress, or feeling distress oneself. The philosopher is always socially situated, and if the society is divided by oppressions, she either reinforces or struggles against them.”[30]


[1] Iris Marion Young, Justice and the Politics of Difference, Princeton University Press, 1990.

[2]Βλ. Rainer Forst, “Radical Justice: On Iris Marion Young’s Critique of “the Distributive Paradigm”, Constellations, τ.14 (2), 2007, σ. 260.

[3]Βλ. Isabelle Aubert, Marie Garrau & Sophie Guérard de Latour, “Iris Marion Young and Responsibility”, Critical Horizons, τ. 20 (2), 2019, σ. 105 και David Owen, ‘Responsibilities of Justice: Reading Young on Political Responsibility and Structural Injustice’, στο Gerechtigkeit, Demokratie, Inklusion. Motive aus dem Werk von Iris Young, επιμ. P. Niesen, εκδ. Nomos.σ.93: “From this perspective, Iris Young’s work has is concerned to re-orient us from distributive justice to political justice both by illustrating the limitations and lacunae of the former and filling out the attractions of the latter.”

[4]Βλ. Seyla Benhabib, ‘In Memoriam’, Constellations τ. 13 (4), 2006, σ. 442.

[5] Βλ. Zuzana Uhde,“On Sources of Structural Injustice: A feminist reading of the theory of Iris Marion Young”, Human Affairs, τ. 20(2),2010, σ.151.

[6] Iris Marion Young, Justice and the Politics of Difference, Princeton University Press, 1990, σ. 15.

[7] Βλ. Ιris Marion Young, Justice and the Politics of Difference, Princeton University Press,1990, σ. 41.

[8] Iris Marion Young, Justice and the Politics of Difference, Princeton University Press, 1990, σ.38.

[9] Στο ίδιο, σ. 45. Βλ. αντίστοιχα και “a social group is a collective of people who have affinity with one another because of a set of practices and way of life”, στο ίδιο, σ. 186.

[10] Στο ίδιο, σ. 172.

[11] Στο ίδιο, σ. 44.

[12]    Βλ. Και Kazimierz Ślęczka,Feminism as…Multiculturalism?Iris Marion Young on the Concept of Multiculturalism, εκδ. Oficyna Wydawnicza «Humanitas», 2018, σ. 165.

[13] Πολλοί αναλυτές της κοινωνικής θεωρίας της Young συστηματοποιούν και επανερμηνεύουν τα “πέντε πρόσωπα της καταπίεσης”. Ενδεικτικά παραθέτουμε Feorillo Demeterio,“Iris Marion Young’s Theory of Structural Justice and Collective Responsibility”, σε Scientia: The Research Journal of the College of Arts and Sciences, vol.3(1), 2014 και Derek R. Haggard, “Book Review Justice and the Politics of Difference. Iris Marion Young. Princeton University Press, 1990”, disClosure: A Journal of Social Theory, τ. 3, 1994, σσ. 147-155. Για μια ενδιαφέρουσα συνολική κριτική του Justice and the Politics of Difference, βλ. επίσης Martha Ackelsberg, “Reflections on Iris Marion Young’s Justice and the Politics of Difference”, Politics and Gender 4(2), 2008, σσ. 326-334.

[14] Judith Butler, “Merely Cultural” Social Text 52/53 τ.15(3–4), σσ.265–277, 1997, επίσης δημοσιευμένο στο New Left Review τ.227, σσ. 33–44, 1998.

[15] Nancy Fraser,“Heterosexism, Misrecognition, and Capitalism: A Response to Judith Butler” Social Text 52/53 τ.15(3–4), σσ. 279–289, 1997, δημοσιευόμενο ξανά στο  New Left Review τ.228, σσ. 140-149, 1998.

[16] Nancy Fraser, “Recognition or Redistribution? A Critical Reading of Iris Young’s Justice and the Politics of Difference”, Journal of Political Philosophy, τ. 3, (2), σσ. 166-80, 1995.

[17] Nancy Fraser, “Culture, Political Economy, and Difference: On Iris Young’s Justice and the Politics of Difference” στο  Justice Interruptus: Critical Reflections on the ‘Postsocialist Condition, Routledge, 1997, σσ. 189-205.

[18] Iris Marion Young, “Unruly Categories: A Critique of Nancy Fraser’s Dual Systems Theory”, New Left Review τ.222, σσ. 147-160, 1997.

[19] Nancy Fraser, “A Rejoinder to Iris Young”, New Left Review, τ. 223, σσ. 126-129, 1997.

[20] Για τη συστηματική κατανόηση της σημαίνουσας πολιτικής θεωρίας της Fraser βλ. ενδεικτικά τα κάτωθι έργα της: “From Redistribution to Recognition? Dilemmas of Justice in a “Postsocialist” Age” στο Justice Interruptus. Routledge, 1997, σσ 11–39, “Social Justice in the Age of Identity Politics: Redistribution, Recognition, and Participation” στο  Tanner Lectures on Human Values, University of Utah Press, 1998, “Recognition without Ethics?”,  στο The Turn to Ethics, επιμ.  Marjorie Garber, Beatrice Hanssen and Rebecca L. Walkowitz, Routledge, 2000, σσ. 95-126, “Social Justice in the Age of Identity Politics: Redistribution, Recognition, and Participation» και “Distorted Beyond All Recognition: A Rejoinder to Axel Honneth” στο Nancy Fraser και Axel Honneth, Redistribution or Recognition? A Political-Philosophical Exchange, εκδ. Verso, 2003.

[21]      Nancy Fraser,“Culture, Political Economy, and Difference: On Iris Young’s Justice and the Politics of Difference” ,Justice Interruptus: Critical Reflections on the ‘Postsocialist Condition, Routledge, 1997, σ. 196.

[22] Iris Marion Young, “Unruly Categories: A Critique of Nancy Fraser’s Dual Systems Theory”, New Left Review τ.222,1997.“Because she conceptualizes transformative redistribution as incompatible with affirmative recognition, Fraser succeeds in constructing an account in which the goals of feminist and anti-racist movements appear internally contradictory. If the dichotomous categorization of redistribution and recognition does not correspond to reality, however, but is merely heuristic, how do we know that the tension is not merely an artefact of the theoretical dichotomy? Why should we accept Fraser’s claim that the dichotomy reveals a fundamental political tension, rather than a superficial or even imagined one? Shortly I will argue that this categorization fails to understand that, for most social movements, what Fraser calls ‘recognition’ is a means to the economic and social equality and freedom that she brings under the category of redistribution.”, σ.152.

[23] Nancy Fraser, “A Rejoinder to Iris Young”, New Left Review, τ. 223, σσ. 126-127.

[24] To κείμενο έχει αρχικά εκφωνηθεί από τη Young το 2004 στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου. Έχει δημοσιευτεί υπό τον τίτλο “Structural Injustice and the Politics of Difference” στο συλλογικό τόμο Debates on Multiculturalism, επιμ. Anthony Laden, David Owen, Cambridge University Press, 2006, και στο συλλογικό τόμο Social Justice and Public Policy, επιμ. G. Craig, T. Burchardt. D.Gordon, The Policy Press, 2008.

[25] Βλ.  Iris Marion Young, “Structural Injustice and the Politics of Difference”, Social Justice and Public Policy, επιμ. G. Craig, T. Burchardt. D.Gordon, The Policy Press, 2008, σ . 112.

[26] Iris Marion Young, Inclusion and Democracy, Oxford University Press, 2000,  σ. 97.

[27] Αξίζει να παρατηρηθεί ότι η Young, εντάσσοντας την κατηγορία της αναπηρίας στις δομικές κοινωνικές ομάδες, μοιάζει να ασπάζεται στο «κοινωνικό μοντέλο» της αναπηρίας (social model or social models of disability), σύμφωνα με το οποίο η αναπηρία κατασκευάζεται και νοηματοδοτείται μέσω κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων. Σε αυτό το μοντέλο σκέψης, όπου τελείται ο διαχωρισμός μεταξύ της έννοιας «impairment» και «disability», -η πρώτη απεικονίζει τη βιολογική κατάσταση ενός ατόμου, π.χ. την έλλειψη ακοής, ενώ η δεύτερη τη συλλογική εμπειρία καταπίεσης των ατόμων λόγω της απουσίας μέριμνας και παροχών σε μια κοινωνία-, υποστηρίζεται ως και η δυνατότητα εξάλειψης της αναπηρίας μέσω της τροποποίησης της αρχιτεκτονικής και της ρυμοτομίας, των μέσων μεταφοράς, της παροχής πληροφοριών και υπηρεσιών, των τρόπων παραγωγής και της εκπαίδευσης.

[28] Τρία ακόμη άρθρα της Young εμβαθύνουν στις ανωτέρω διακρίσεις με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο, αξίζοντας μια σύντομη αναφορά: “Structure, Difference, and Hispanic/Latino Claims of Justice” στο συλλογικό Hispanic/Latinos in the United States: Ethnicity, Race and Rights, επιμ. Jorge Gracia, Pablo de Greiff, Routledge, 2000, σσ . 147-166, “Disability and the Definition of Work” στο Americans with Disabilities: Exploring Implications of the Law for Individuals ans Institutions, επιμ. Leslie Francis, Anita Silvers, Routledge, 2000, σσ . 169-173, “Equality of Whom? Social Groups and Judgments of Justice”, Journal of Political Philosophy,  τ.9 (1), 2001, σσ .1-18.      

[29]Βλ. Alison M. Jaggar, “L’ imagination au pouvoir: Comparing John Rawls’ Ideal Theory with Iris Marion Young’s Method of critical Theory”, στο συλλογικό τόμο Dancing with Iris: The Philosophy of Iris Marion Young, επιμ. A. Ferguson και M. Nagel, Oxford University Press, 2009, σ. 97.

[30]Iris Marion Young, Justice and the Politics of Difference, Princeton University Press, 1990, σ. 6.

 Βιβλιογραφικές Αναφορές 

Ackelsberg, Martha. (2008) ‘Reflections on Iris Marion Young’s Justice and the Politics of Difference’, Politics and Gender 4(2),  326-334.

Aubert, Isabelle, Garrau, Marie, Guérard de Latour, Sophie (2019). «Iris Marion Young and Benhabib, Seyla. (2006). ‘In Memoriam’. Constellations, 13 ( 4), 441-443.Responsibility». Critical Horizons. 20 (2), 103–108.

Butler,  Judith. (1998). “Merely Cultural”, New Left Review, 227, 33–44. 

Demeterio, Feorillo. (2014) ‘Iris Marion Young’s Theory of Structural Justice and Collective Responsibility’ Scientia: The Research Journal of the College of Arts and Sciences, 3(1), 185-212.

Forst, Rainer. (2007) “Radical Justice: On Iris Marion Young’s Critique of “the Distributive Paradigm”, Constellations, 14 (2), 260-265.

Fraser, Nancy (1998). “Heterosexism, Misrecognition, and Capitalism: A Response to Judith Butler”, New Left Review 228,140-149.

Fraser, Nancy (1995). “Recognition or Redistribution? A Critical Reading of Iris Young’s Justice and the Politics of Difference”, Journal of Political Philosophy, 3, (2), 166-80.

Fraser, Nancy. (1997). “Culture, Political Economy, and Difference: On Iris Young’s Justice and the Politics of Difference”. Στο Justice Interruptus: Critical Reflections on the ‘Postsocialist Condition (σσ. 189-205).New York: Routledge.

Fraser, Nancy. (1997) “A Rejoinder to Iris Young”, New Left Review 223, 126-129.                                                                                                        

Haggard, Derek R.(1994) “Book Review Justice and the Politics of Difference. Iris Marion Young. Princeton University Press, 1990”, disClosure: A Journal of Social Theory 3 (1), 147-155. 

Jaggar, Alison M. (2009). L’ imagination au pouvoir: Comparing John Rawls’ Ideal Theory with Iris Marion Young’s Method of critical Theory. Στο  A. Ferguson και M. Nagel (Επιμ.). Dancing with Iris: The Philosophy of Iris Marion Young. Oxford: Oxford University Press.

Kazimierz Ślęczka. (2018) ‘Feminism as…Multiculturalism? Iris Marion Young on the Concept of Multiculturalism’. Sosnowiec:Oficyna Wydawnicza ‘Humanitas’.  

Lima e Silva,  Gustavo και Felipe Gonçalves. (2019) ‘Between experience and structure: Social suffering, collective identities and justice in Iris Marion Young’, Digithum, 23 (1), 1-11. 

Uhde, Zuzana. (2010) ‘On Sources of Structural Injustice: A feminist reading of the theory of Iris Marion Young’, Human Affairs, 20(2), 151-166.

Young, Iris Marion. (1990). Justice and the Politics of Difference. Princeton, New Jersey:Princeton University Press.

Young, Iris Marion. (1997) “Unruly Categories: A Critique of Nancy Fraser’s Dual Systems Theory”, New Left Review .222, 147-160.

Young, Iris Marion. (2008). Structural Injustice and the Politics of Difference. Στο G. Craig, T. Burchardt. D.Gordon (Επιμ.). Social Justice and Public Policy.  Bristol:The Policy Press.

Young, Iris Marion. (2000). Inclusion and Democracy. Oxford: Oxford University Press.

Young, Iris Marion. (2000). Disability and the Definition of Work. Στο  Leslie Francis& Anita Silvers (Επιμ.). Americans with Disabilities: Exploring Implications of the Law for Individuals ans Institutions (σσ . 169-173).  New York: Routledge.

Young, Iris Marion. (2000). Structure, Difference, and Hispanic/Latino Claims of Justice. Στο Jorge Gracia & Pablo de Greiff (Επιμ.) Hispanic/Latinos in the United States: Ethnicity, Race and Rights (σσ . 147-166). New York:Routledge.

Young, Iris Marion. (2001) ‘Equality of Whom? Social Groups and Judgments of Justice’, Journal of Political Philosophy, 9 (1), 1-18.

Σχολιάστε